αποκτήνωση

κ. -χτήνωση, η
η απώλεια των ψυχικών ή διανοητικών ιδιοτήτων του ανθρώπου, η κατάπτωση κάποιου σε κατάσταση κτήνους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αποκτηνώ (-ώνω). Η λ. μαρτυρείται από το 1852 στον Παν. Ι. Χαλκιόπουλο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκτήνωση — η η μεταβολή κάποιου σε κτήνος, ψυχική εξουθένωση: Οι στερήσεις κι οι κακουχίες μπορεί να οδηγήσουν στην αποκτήνωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκτηνωτικός — ή, ό αυτός που οδηγεί σε αποκτήνωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποκτηνώ ( ώνω). Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό του Άγγέλου Βλάχου] …   Dictionary of Greek

  • υηνία — ἡ, ΜΑ, και ὑηνεία Μ, και δωρ. τ. ὑανία και συανία και συηνία, Α κτηνώδης συμπεριφορά που οφείλεται στην έλλειψη μόρφωσης και γενικότερης καλλιέργειας 2. αποκτήνωση λόγω μέθης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕηνος. Οι τ. με αρκτικό σ αναλογικά προς τον τ. σῦς*… …   Dictionary of Greek

  • εκβαρβάρωση — η η μεταβολή σε βάρβαρο, αποθηρίωση, αποκτήνωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.